Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2015

Βότανα του Βερμίου: 74. Κολοκάσι

Μ
ετά το «εκλογικό» διάλειμμα, η στήλη μας επανέρχεται στους κανονικούς ρυθμούς της, συνεχίζοντας το αφιέρωμα στη μεγάλη ποικιλία των φυτών του Βερμίου μας. Σήμερα θα ασχοληθούμε με ένα πανέμορφο αγριολούλουδο με πολλές ίσως άγνωστες ιδιότητες, που
αυτές τις μέρες, στην αρχή του φθινοπώρου, στολίζει τους χωραφόδρομους στις πλαγιές του βουνού μας. Θα το συναντήσουμε στο δημοτικό δασάκι του Αγίου Νικόλαου, στα χωράφια της Στενημάχου και σε πολλές ακόμη περιοχές. Πρόκειται για το κολοκάσι, ένα φυτό με χαρακτηριστικά κίτρινα λουλούδια , που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακόμη και σαν εδώδιμο.
Το επιστημονικό του όνομα είναι Ηλίανθος ο κονδυλώδης (Helianthus tuberosus) και μαζί με τον γνωστό μας Ηλίανθο (ηλίοσπορο) ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των Σύνθετων (Compositae). Είναι πολυετές φυτό, με κονδυλώδη ρίζα . Ο τρυφερός βλαστός του μπορεί να φθάσει τα 3 μέτρα. Από αυτόν βγαίνουν τα σκουροπράσινα χνουδωτά λογχοειδή φύλλα του και στις άκρες του ή τις μασχάλες εμφανίζονται τα κίτρινα άνθη  σε σχήμα μαργαρίτας, τα οποία αποτελούνται από πολλά γλωσσοειδή πέταλα. Μοιάζουν λίγο με τα άνθη του ηλιόσπορου, όμως είναι αρκετά μικρότερα και στο κέντρο τους δεν έχουν τα γνωστά μας σπόρια.  Ο ηλίανθος είναι γνωστός και με διάφορα  άλλα ονόματα. Έτσι στην Κύπρο τον λένε γλυκοκολοκάσι, πορτοκολοκάσι ή κολοκάσι. Όμως δεν πρέπει να το μπερδεύουμε με το τροπικό κολοκάσι ή ταρό (Κολοκασία η εδώδιμος), το οποίο είναι εντελώς διαφορετικό φυτό και δεν φυτρώνει στα μέρη μας. Στην Κέρκυρα το λένε κανκιόφολα, καρτσόφολα ή καρκιόφλα. Ακόμη είναι γνωστό με το γαλλικό όνομα  τοπιναμπούρ (topinabour), με το όνομα αγκινάρα της Ιερουσαλήμ και  μυρμηρινιά.
Η καταγωγή του φυτού είναι από την Αμερική. Μάλλον πρώτοι το καλλιεργούσαν οι ινδιάνοι για τους κονδύλους του. Άλλοι υποστηρίζουν ότι το καλλιέργησαν πρώτοι οι ινδιάνοι του Καναδά ενώ άλλοι της Βραζιλίας. Και στην Ελλάδα σε πολλά μέρη, κυρίως στην Κέρκυρα και στην Κύπρο οι πατάτες του χρησιμοποιούνται στην  μαγειρική, όπως οι αγκινάρες ή για σαλάτες. Είναι ιδιαίτερα γευστικές και θρεπτικές. Επίσης δεν περιέχουν άμυλο, αλλά μια ουσία που ονομάζεται ινουλίνη, την οποία μπορούν να καταναλώσουν άφοβα οι διαβητικοί, διότι είναι παρόμοια με τη φρουκτόζη. Επίσης αποτελεί άριστη τροφή για τα ζώα.

Τέλος το κολοκάσι με τα όμορφα άνθη του τα τελευταία χρόνια καλλιεργείται και πωλείται σαν καλλωπιστικό φυτό για να ομορφαίνει πάρκα, κήπους και ανθοδοχεία.

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

Βότανα του Βερμίου: 73. Βελανιδιά


Η
 Βελανιδιά είναι ένα αιωνόβιο δένδρο που το συναντούμε στα δάση του Βερμίου καθώς και σε ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα. Είναι ένα φυτό με μεγάλη ιστορία και πολύτιμη αξία. Εμφανίστηκε στην Τριτογενή γεωλογική περίοδο, δηλαδή πολύ πριν από ένα εκατομμύριο χρόνια. Απολιθωμένα φύλλα βελανιδιάς συναντούμε ακόμη και στον τραβερτίνη (πωρόλιθο) της Νάουσας. Ήταν ιερό δένδρο των αρχαίων Ελλήνων και μάλιστα ο Δίας θεωρούνταν ο θεός της βελανιδιάς. Με φύλλα βελανιδιάς στεφάνωναν τους βασιλιάδες της Μακεδονίας, όπως μαρτυρούν και τα χρυσά στεφάνια που βρέθηκαν στους βασιλικούς τάφους της Βεργίνας. Μέσα στα δάση
βελανιδιάς ζούσαν οι Δρυάδες και οι Αμαδρυάδες. Τη βελανιδιά την συναντούμε και σε πολλούς μύθους και παραδόσεις ευρωπαϊκών χωρών, όπως της Νορβηγίας με τον βασιλιά Θορ, στη Βρετανία και άλλες Δυτικοευρωπαϊκές χώρες με τους Δρυίδες κ.λ.π.  Η μεγάλη αξία της προέρχεται τόσο από την αντοχή της και την αιωνόβια ηλικία της, όσο και από τα πολύτιμα υλικά που μας παρέχει. Τα υλικά αυτά δεν είναι μόνο η ξυλεία της, αλλά και πολλές ακόμη ουσίες οι οποίες χρησιμοποιούνται στη χημική βιομηχανία, στη βυρσοδεψία και στη φαρμακευτική.
Η Βελανιδιά  είναι γνωστή επιστημονικά με το όνομα Δρυς (Quercus). Ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των Φηγίδων (Fagaceae) και συναντάται σε περίπου 300 είδη κυρίως σε περιοχές της εύκρατης ζώνης. Στην Ελλάδα έχουμε 13 είδη. Το πιο γνωστό είδος είναι η Δρυς η μακρολεπίς (Quarus macrolepis)  και η πυκνοβελονιά  (Quarcus frainetto). Στο ίδιο γένος ανήκουν και τα πουρνάρια (Δρυς η κοκκοφόρος), η φελλοφόρος Δρυς κ.λ.π. Τα περισσότερα είδη είναι φυλλοβόλα ή ημιαειθαλή. Ξεχωρίζουν από τα κυματοειδή φύλλα τους, παρόλο που υπάρχουν είδη με φύλλα που μοιάζουν της καστανιάς, και τους χαρακτηριστικούς καρπούς, τα βελανίδια. Έχουν αρσενικά άνθη που σχηματίζουν ίουλους, οι οποίοι κρέμονται στις μασχάλες των κλαδιών  και θηλυκά, τα οποία βγαίνουν ένα ή πολλά μαζί στις μασχάλες των φύλλων και αποτελούνται από κάλυκα με έξι λοβούς, ο οποίος καλύπτεται από βράκτια. Ο καρπός, το γνωστό βελανίδι αποτελείται από το ωοειδές καρύδι, το οποίο βρίσκεται μέσα στο κύπελλο, που με τη σειρά του αποτελείται από μικρά  λογχοειδή λέπια. Στα φύλλα πολλών βελανιδιών συναντούμε κάποια κόκκινα εξογκώματα, τα οποία δημιουργούνται από το τσίμπημα εντόμων και είναι πλούσια σε τανίνες. Το δένδρο φτάνει σε ύψος ακόμη και τα 50 μέτρα. Ο κορμός του περιβάλλεται από καστανοπράσινο ή φαιό φλοιό, ο οποίος έχει βαθιές σχισμές.
    Οι βελανιδιές έχουν μεγάλη οικονομική αξία, κυρίως για το ξύλο τους (δρένιο), το οποίο έχει σπουδαίες ιδιότητες, είναι ανθεκτικό σε μικρόβια, ελαστικό, βαρύ και χρησιμοποιείται στην επιπλοποιία, την οικοδομική, την ναυπηγική και φυσικά σαν καύσιμο είτε νωπό είτε σε μορφή κάρβουνου. Τα δάση δρυός στη χώρα μας καλύπτουν έκταση περίπου 7.000.000 στεμμάτων. Επίσης χρησιμοποιούνται ο φλοιός, τα κύπελλα και οι κηκίδες στην παρασκευή βαφών. Από κάποια είδη βελανιδιάς ο φλοιός χρησιμοποιείται για την κατασκευή φελλού.
Οι χημικές ουσίες που περιέχονται στο φλοιό, τα φύλλα και σε άλλα μέρη της βελανιδιάς, όπως τανίνες, γαλλικό οξύ κ.λ.π. έχουν πολύτιμες φαρμακευτικές ιδιότητες. Σκευάσματα από το φλοιό του δένδρου χρησιμοποιούνται σαν στυπτικά για να σταματούν οι αιμορραγίες, για τις αιμορροΐδες και τη φλεβίτιδα, για τη θεραπεία παθήσεων του πεπτικού (διάρροιες, δυσεντερία), για  την επούλωση εγκαυμάτων κ.λ.π. 

Στην αρχαία Ελλάδα, κυρίως στην Πελοπόννησο και σε κάποια νησιά, οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν στη διατροφή τους αλεύρι παρασκευασμένο από το άλεσμα των βελανιδιών, το οποίο περιέχει πολλές βιταμίνες, πρωτεΐνες, μέταλλα  και άφθονες φυτικές ίνες. Σήμερα αποτελεί άριστη τροφή για χοίρους και άλλα κτηνοτροφικά ζώα.

Βότανα του Βερμίου: 72. Σχίνος

Ο
 Σχίνος είναι ένας θάμνος που τον συναντούμε στις πλαγιές του Βερμίου μαζί με τις κουμαριές και τις βατομουριές, καθώς και σε ολόκληρη σχεδόν την Ελλάδα, τόσο στην ηπειρωτική, όσο και τη νησιωτική. Φυτρώνει σε όλα τα κλίματα και σε όλα τα εδάφη, ακόμη
 και τα αμμουδερά. Μάλιστα μια ποικιλία του είναι ο Σχίνος της Χίου γνωστός για την παραγωγή της μαστίχας.
Πρόκειται για το φυτό Πιστακία η λεντίσκος (Pistecia lentiscus), το οποίο μαζί με τη φιστικιά (Pistacia vera) ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των Ανακαρδιίδων (Anacardiaceae). Είναι ένας αειθαλής θάμνος με ύψος που φθάνει μέχρι τα 6 μέτρα. Τα φύλλα του είναι σύνθετα και αποτελούνται από πολλά καταπράσινα αυγοειδή φυλλαράκια, γυαλιστερά στην επάνω πλευρά και θαμπά στην κάτω επιφάνεια..  Ο σκούρος κορμός και τα φύλλα του εκπέμπουν από μακριά μια υπέροχη μυρουδιά, χάρη στη ρητίνη που περιέχουν. Είδος ρητίνης είναι και η χιώτικη μαστίχα. Τα μικρά άνθη του βγαίνουν στις μασχάλες του φυτού σαν μπουκέτα. Τα αρσενικά άνθη είναι  κόκκινα, ενώ τα θηλυκά είναι κίτρινα. Είναι φυτό δίοικο. Οι καρποί του που βγαίνουν σαν μικρά τσαμπιά είναι στρόγγυλοι με διάμετρο περίπου 5 χιλιοστά, στην αρχή κόκκινοι και στη συνέχεια μαύροι.
Ο Σχίνος είναι γνωστός από την αρχαιότητα, τον χρησιμοποιούσαν οι μεγάλοι γιατροί Ιπποκράτης και Διοσκουρίδης, λόγω των πολλών και πολύτιμων ιδιοτήτων του. Εκτός από τις θαυματουργές ιδιότητες της μαστίχας, ο απλός σχίνος έχει ιδιότητες στυπτικές, αιμοστατικές, ηρεμιστικές, διουρητικές, αποχρεμπτικές κ.λ.π. Χρησιμοποιούνται η ρητίνη, η φλούδα του κορμού και οι καρποί σαν επουλωτικό, για γυναικολογικές παθήσεις, για παθήσεις του στομαχιού, των αυτιών, ακόμη και για δερματοπάθειες και την τριχόπτωση.
Οι καρποί του σχίνου τρώγονται από διάφορα ζώα. Επίσης χρησιμοποιούνται στην παρασκευή λικέρ, σαν αρωματικό σε διάφορα φαγητά κ.λ.π.
Το ξύλο του σχίνου είναι ευλίγιστο, γιαυτό χρησιμοποιείται για την κατασκευή μπαστουνιών (γκλίτσες) για καλάθια και άλλες κατασκευές.


Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015

Βότανα του Βερμίου: 71. Κυνόγλωσσο

Σ
ήμερα θα ασχοληθούμε με ένα ακόμη βότανο με παράξενο, ίσως και αστείο,  όνομα, που έχει να κάνει με ζώο. Γράψαμε ήδη για το γαϊδουράγκαθο, θα γράψουμε για τη βοϊδόγλωσσα και σήμερα σειρά έχει το Κυνόγλωσσο. Το συναντήσαμε πέρσι, στη βόλτα που κάναμε, στα
πλαίσια της Ημέρας των Μουσείων, στη Σχολή του Αριστοτέλη. Και ίσως δεν ήταν τυχαίο, διότι το φυτό αυτό είναι γνωστό από την αρχαιότητα και μπορεί να το γνώριζε και ο μαθητής του Αριστοτέλη, ο μεγάλος βοτανολόγος Θεόφραστος.
Το Κυνόγλωσσο λοιπόν φέρει το επιστημονικό όνομα Κυνόγλωσσο το Κρητικό (Cynoglossum creticum) και ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των Βοραγινοειδών (Boraginaceae). Στο ίδιο γένος συναντούμε στη χώρα μας πέντε είδη, με πιο γνωστό το Κυνόγλωσσο το στυλώδες με τα κόκκινα άνθη. Είναι γνωστό επίσης με τα ονόματα σκυλόγλωσσο, γοργογιάννι κ.λ.π.. Ο Διοσκουρίδης το αναφέρει με το όνομα καλαβάτιον.
Θα το συναντήσουμε σε άγονα πετρώδη εδάφη, όπως π.χ. στα αρχαία ερείπια καθώς και στις άκρες των δρόμων και των χωραφιών. Έχει ύψος περίπου 70 εκατοστά. Από τον τρυφερό βλαστό του βγαίνουν εναλλάξ τα χνουδωτά λογχοειδή φύλλα του, τα οποία μυρίζουν άσχημα. Έχει όμορφα ρόδινα ή γαλαζωπά άνθη  με 5 πέταλα, που φέρουν σκούρες γραμμώσεις. Ανθίζει το καλοκαίρι (Μάιος – Αύγουστος). Οι καρποί του είναι αγκαθωτοί και κολλάνε εύκολα στα ρούχα. Είναι οι γνωστές μας κολλητσίδες, που παίζαμε στα παιδικά μας χρόνια.
Το φυτό έχει πολύτιμες φαρμακευτικές ιδιότητες, χάρη στις πολλές χημικές ουσίες που περιέχει, όπως τανίνη, αλκαλοειδή, αιθέρια έλαια, βιταμίνες, άλατα μετάλλων και μάλιστα μια χημική ουσία που πήρε το όνομά της από το φυτό, την κυνογλωσσίνη. Χρησιμοποιούνται σε διάφορα παρασκευάσματα τα φύλλα, οι σπόροι και η ρίζα. Έχει αντιοξειδωτικές ιδιότητες και χρησιμοποιείται σαν μαλακτικό, για τη θεραπεία προβλημάτων του νευρικού (ηρεμιστικό), του πεπτικού (διάρροιες κ.λ.π.), του κυκλοφορικού (αιμοπηκτικό) και του αναπνευστικού συστήματος (βήχας, καταρροή). Επίσης χρησιμοποιείται για τις δερματοπάθειες (μυρμηγκίες κ.λ.π.). Τα φύλλα του χρησιμοποιούνται στην παρασκευή καλλυντικών. Όμως χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, διότι είναι ισχυρό τοξικό κυρίως όταν είναι φρέσκο.


Κυριακή 26 Ιουλίου 2015

Βότανα του Βερμίου: 70. Λίλιο


Υ
πάρχουν κάποια αγριολούλουδα που φυτρώνουν στο βουνό μας, τα οποία πραγματικά ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα, κυρίως για την ομορφιά τους. Πριν λίγες βδομάδες γράψαμε για τις παιώνιες, ενώ αυτή την εποχή είναι στις δόξες τους τα κρινάκια, που θα τα συναντήσουμε σε υψόμετρο περίπου 900 μέτρων. Το ξεχωριστό κόκκινο κρινάκι, το Λίλιο το χαλκηδονικό, το συναντήσαμε στο δρόμο για τα 3 Πηγάδια, καθώς και κοντά στον καταρράκτη της Μεταμόρφωσης, απ’ όπου είναι και η φωτογραφία. 
Το Λίλιο λοιπόν ανήκει στην οικογένεια των Λιλιίδων (Liliaceae) και συναντάται σε περίπου 80 είδη. Στην Ελλάδα έχουμε 5 – 6 είδη. Τα πιο γνωστά από αυτά που έχουμε στο βουνό μας είναι το Λίλιο το χαλκηδονικό (Lilium chalcedonicum) με το έντονα κόκκινα άνθη του και το Λίλιο το μάρταγον (Lilium martagon) με τα πιο σκούρα άνθη, τα οποία μάλιστα έχουν σκουροκόκκινα στίγματα και μυρίζει άσχημα. Είναι γνωστά και με τα ονόματα κρίνοι, λείρια κ.λ.π. Ο άσπρος κρίνος (Lilium candidum) είναι γνωστός και σαν το κρινάκι της Παναγιάς ή Παρθενικός κρίνος, ενώ το δικό μας Λίλιο το χαλκηδονικό είναι γνωστό σαν κόκκινος κρίνος, φαναράκι  και  τουρκοπούλα.
Το Λίλιο είναι πολυετές φυτό, έχει ρίζες βολβούς, όπως το κρεμμύδι, βλαστό ψηλό από 50 μέχρι 100 εκατοστά, πολλά φύλλα πράσινα γυαλιστερά και λογχοειδή που σχεδόν καλύπτουν τον βλαστό. Το Λίλιο το χαλκηδονικό έχει άνθη κόκκινα με διάμετρο περίπου 5 εκατοστά, που βγαίνουν στην κορυφή του βλαστού από ένα μέχρι 6. Είναι γυρισμένα προς τα κάτω και τα 6 πέταλα στρέφονται προς τα πίσω. Έχουν έντονο άρωμα. Ανθίζει τον Ιούνιο και τον Ιούλιο. Ο καρπός είναι κάψα με πολλούς σπόρους. Το είδος αυτό φυτρώνει μόνο στην Ελλάδα (είναι ενδημικό), στα δάση της Πίνδου, την Πελοπόννησο και στη Βόρεια Ελλάδα. Πήρε το όνομα του από το Θεσσαλικό βουνό Χαλκηδόνιο.
Δεν γνωρίζουμε τις φαρμακευτικές του ιδιότητες, όμως είναι ένα αγριολούλουδο γνωστό από την αρχαιότητα. Το βλέπουμε σε πολλές τοιχογραφίες της Μινωικής περιόδου (Κνωσός, Σαντορίνη), αναφέρεται στην Ιλιάδα, καθώς και από τον Θεόφραστο με το όνομα «Κρίνον το πορφυρούν» και από τον Διοσκουρίδη σαν «Βασιλικόν κρίνον». Μερικά είδη χρησιμοποιούνται για την παρασκευή αιθέριων ελαίων και οι βολβοί του τρώγονται. 

Τα διάφορα είδη Lilium καλλιεργούνται σαν καλλωπιστικά φυτά, πωλούνται στα ανθοπωλεία και στολίζουν κήπους και πάρκα. Συνήθως πολλαπλασιάζεται με βολβούς, οι οποίοι φυτεύονται αρχές φθινοπώρου. Προτιμάει αργιλοπυριτικά εδάφη.

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

Βότανα του Βερμίου: 69. Δακτυλίτιδα


Π
ριν λίγες μέρες κάναμε μια βόλτα  στο δρόμο που οδηγεί από τον Άγιο Νικόλαο στη διασταύρωση για τα 3 Πηγάδια με σκοπό να μαζέψουμε λίγο βάλσαμο. Στο δρόμο αυτό εκτός από το βάλσαμο φυτρώνουν και άλλα πολλά φαρμακευτικά βότανα, όπως π.χ. το
εκουιζέτο, το μελισσόχορτο, το βερμπάσκο κ.λ.π. Την ώρα λοιπόν που μαζεύαμε το βάλσαμο μπροστά μας συναντήσαμε πανέμορφες ώριμες γλυκύτατες και μοσχοβολιστές αγριοφράουλες και ανάμεσά τους να ξεπροβάλλουν περήφανες δακτυλίτιδες. Ο δρόμος αυτός είναι γνωστός και σαν δρόμος των καρδιοπαθών συμπολιτών μας που καθημερινά κάνουν εκεί την πεζοπορία τους. Οι φίλοι μας αυτοί λοιπόν μαζί με το υγιεινό περπάτημα έχουν δίπλα τους ακόμη μια παρέα, ένα από τα πλέον καρδιοτονωτικά βότανα, τη δακτυλίτιδα!
Στο Βέρμιο συναντούμε διάφορα είδη Δακτυλίτιδας, όπως τη  μεγανθή (Dititalis grandiflora), την εριώδη (Digitalis  lanata), τη σιδηρόχρου (Digitalis ferruginea), την πορφυρά (Digitalis purpurea) κ.λ.π. Είναι γνωστές και με τα ονόματα δακτυλάκι της Παναγιάς, χελιδονόχορτο, κορακόχορτο, κορακοβότανο, ντιτζιτάλις κ.λ.π. Στην Ελλάδα φυτρώνουν έξι - επτά είδη και σε ολόκληρη την Ευρώπη την Ασία και τη Β. Αφρική 25. Είναι φυτά που ανήκουν στην οικογένεια Σκροφουλαριίδες (Scrophulariaceae). Τα περισσότερα είδη είναι πολυετή ή διετή. Έχουν όρθιο βλαστό, ύψους 70 – 120 εκατοστά,  γύρω από τον οποίο βγαίνουν πολλά άνθη  σε αποχρώσεις του κίτρινου, του καφέ και του ροζ, σε μορφή κυπέλλου, ή δακτυλήθρας, με στεφάνη σωληνωτή και σε ταξιανθία στάχυ ή  βότρυ. Ο καρπός τους είναι κάψα με πολλούς σπόρους. Τα φύλλα είναι επιμήκη, λογχοειδή και λίγο χνουδωτά.. Θα τα συναντήσουμε μέσα σε δάση ή σε θαμνότοπους και προτιμούν το πυριτιούχο έδαφος.  Ανθίζουν το καλοκαίρι (Ιούνιο – Σεπτέμβριο).
Οι Δακτυλίτιδες είναι φυτά δηλητηριώδη, γιαυτό καλό θα είναι χωρίς συμβουλή ειδικού να μην τα δοκιμάζουμε. Περιέχουν πολύτιμες φαρμακευτικές ουσίες, όπως γλυκοσίδια, σαπωνίνες, φλαβοβοειδή, διζιταλίνη, διγιτοξίνη, γιτοξίνη κ.λ.π. Στην Ιατρική είναι γνωστές από τον 18ο αιώνα. Δεν τη γνώριζαν οι αρχαίοι γιατροί μας. Χρησιμοποιούνται περισσότερο τα φύλλα, από τα οποία παρασκευάζεται βάμμα, σκόνη, εκχύλισμα ακόμη και σιρόπι. Έχουν ιδιότητες καρδιοτονωτικές και διουρητικές. Επίσης σε εξωτερική χρήση η δακτυλίτιδα χρησιμοποιείται για επαλείψεις που ανακουφίζουν τους πόνους από τους ρευματισμούς.

Σήμερα οι δακτυλίτιδες καλλιεργούνται τόσο για τις φαρμακευτικές τους ιδιότητες, όσο και σαν καλλωπιστικά φυτά  για τα πανέμορφα άνθη τους. Επαναλαμβάνουμε όμως ότι χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, διότι περιέχουν ισχυρό δηλητήριο και ελάχιστη ποσότητα μπορεί να μας οδηγήσει στο θάνατο.

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

Βότανα του Βερμίου: 68. Καμπανούλες


Π
ριν μια βδομάδα άνοιξε στο πάρκο μας  τις πύλες της μια ακόμη  ανθοκομική έκθεση, όπως συνηθίζεται τα τελευταία χρόνια, τέτοιες μέρες, με την ευκαιρία του γιορτασμού της αρχής του καλοκαιριού και της ημέρας του περιβάλλοντος. Σ’ αυτήν την έκθεση λοιπόν είδαμε με
χαρά ότι στα περίπτερα πωλούνταν διάφορα ήμερα βότανα, όπως ρίγανη, μαντζουράνα, μελισσόχορτο κ.λ.π. Αυτό είναι ευχάριστο διότι πολλοί παραγωγοί κερδίζουν χρήματα από αυτές τις καλλιέργειες και έτσι παράλληλα προστατεύονται τα άγρια βότανα της πατρίδας μας. Ανάμεσα στα λουλούδια διακρίναμε και κάποια είδη καμπανούλας, τα οποία επίσης καλλιεργούνται και πωλούνται για να στολίζουν μπαλκόνια και κήπους με τα όμορφα άνθη τους. Ίσως όμως δεν γνωρίζουμε ότι η καμπανούλα εκτός από τη λεπτή ομορφιά της έχει και πολύτιμες φαρμακευτικές ιδιότητες.
Η καμπανούλα λοιπόν είναι ένα αγριολούλουδο που το συναντούμε στο Βέρμιο, στους πρόποδες πολλών ελληνικών βουνών, καθώς και γενικά στη Μεσόγειο. Ασφαλώς πήρε το όνομά της από τη λατινική λέξη που σημαίνει μικρή καμπάνα. Ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των Καμπανουλίδων (Campanulaceae). Στη χώρα μας συναντούμε περισσότερα από 70 είδη με διάφορα σχήματα άνθους και με χρώματα μωβ, άσπρα, γαλάζια, ιώδη κ.λ.π. Μερικά μάλιστα είναι ενδημικά και φυτρώνουν μόνο σε ορισμένα δάση. Στο βουνό μας  η πλέον συνηθισμένη είναι η Καμπανούλα η κοχλιαρόφυλλη (Campanula spatulata) με μακριά σπαθοειδή φύλλα και άνθη σε χρώμα ανοιχτό μοβ, με πέντε ενωμένα πέταλα σε σχήμα χωνιού και με μακρύ και λεπτό μίσχο. Στο κέντρο ξεχωρίζει ο μεγάλος λευκός ύπερος. Επίσης στο βουνό , αλλά και στα πρανή των δρόμων, ακόμη και στους τοίχους των σπιτιών φυτρώνει η Καμπανούλα η ποικιλόχρωμη (Campanula versicolor) με μεγαλύτερα γυαλιστερά σκληρά φύλλα σε σχήμα καρδιάς και άνθη σε ανοιχτό μοβ χρώμα, τα οποία βγαίνουν πολλά μαζί σαν τσαμπιά. Στο βουνό μας επίσης συναντήσαμε και την Καμπανούλα τη ροδακινόφυλλη (Campanula persicifolia) με τα μεγάλά ιώδη άνθη της, τα οποία βγαίνουν κατ’ ευθείαν από το βλαστό εναλλάξ. Οι καμπανούλες έχουν ύψος περίπου 20 – 80 εκατοστά, είναι φυτά ποώδη και ανθίζουν την άνοιξη – καλοκαίρι.
Οι καμπανούλες περιέχουν πολύτιμες χημικές ουσίες, όπως ρητίνες, τανίνη και γαλλικό οξύ, που τις δίνουν και φαρμακευτικές ιδιότητες (αντιφλογιστικές, στυπτικές κ.λ.π.). Χρησιμοποιούνται συνήθως οι ρίζες, τα άνθη και τα φύλλα ξεραμένα ή τρυφερά σε διάφορα σκευάσματα για παθήσεις της αναπνευστικής οδού (συνάχι, φαρυγγίτιδα, λαρυγγίτιδα κ.λ.π.), για παθήσεις της στοματικής κοιλότητας (στοματίτιδα, ουλίτιδα), ακόμη και των ματιών (βλεφαρίτιδα, επιπεφυκίτιδα κ.λ.π.). Επίσης επαλείψεις με έγχυμα καμπανούλας βοηθούν στη θεραπεία δερματικών παθήσεων. Όλα αυτά φυσικά γίνονται πάντοτε με συμβουλή ειδικού γιατρού.
Οι ρίζες, τα φύλλα και οι βλαστοί από ορισμένα είδη καμπανούλας τρώγονται νωποί σαν σαλάτα.


Βότανα του Βερμίου: 108. Όνοσμα

Μ πορεί στη σχετική με τα βότανα της Ελλάδας βιβλιογραφία να αναφέρεται σαν φυτό της Στερεάς και Νότιας Ελλάδας, όμως, ό...